Μέσα στο τζάκι, τα κούτσουρα καίγονται σπινθηριστά. Μικρές σπιθίτσες πέταγονται έξω σαν σμήνος από τρομαγμένα πουλάκια που φεύγουν από 'δω κι από 'κει. Η φλόγα, με τις αποχρώσεις της ανάμεσα στο πορτοκαλί και το κόκκινο, είναι καθηλωτική. Αν εστιάσεις τη ματιά σου πάνω της βυθίζεσαι μέσα στο παρανάλωμα και δύσκολα ξεκολλάς. Ο οικοδεσπότης και ο στοχαστής του λεωφορείου κάθονται στον καναπέ απέναντι και κοιτούν αποσβολλομένοι το θέαμα. Η ψυχή τους έχει ανοίξει και όλο το περιεχόμενο ξεχύνεται μπροστά στα μάτια τους. Στιγμές από την εποχή που ήταν παιδιά, την εποχή της αφθονίας, ζωντανεύουν. Τότε που όλα ήταν φωτεινά και αιθέρια. Τότε που ζούσαν ανέμελοι στον πολιτισμό του 2000.
Ο οικοδεσπότης γυρνάει στο πλάι και κοιτάει με ενα ζεστό, σχεδόν νοσταλγικό χαμόγελο, τον στοχαστή.
- Βλέπω το ποδηλατό σου Αλέξανδρε, πάλι το άφησες εκτεθιμένο έξω από το φούρνο. Τόσα χρόνια και ακόμα να βάλεις μυαλό.
- Μυαλό...., χεχ...., μυαλό..... . Από τότε που έβαλα μυαλό έβγαλα οτιδήποτε ζωντανό είχα μέσα μου και το πέταξα στον κάδο. Και να σου πω κάτι Βλαδίμηρε, τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο λάθος ήταν.
Ο στοχαστής σκύβει σαν κατσούφης στο γυάλινο τραπέζακι και πιάνει δυστακτικά την κούτα με τα τσιγάρα. Με λεπτές κίνησεις βγάζει ένα τσιγαρο και το βάζει στο στόμα του. Ανάβει ένα σπίρτο και φέρνει την άκρη του στην άκρη του τσιγάρου. Το τσιγάρο ανάβει και καπνός διαχέεται απότομα σε όλο το χώρο του σαλονιού. Ο οικοδεσπότης δίπλα, αφήνει το γυάλινο ποτήρι του με το ημίγλυκο απαλά στο τραπέζι. Ρουφάει τη μύτη του και με μια μια κίνηση κάθεται αναπαυτικά πίσω να συνεχίσει την προβολή.
Φυσάει αργα τον καπνό ο στοχαστής. Ξεροβήχει. Καθαρίζει το λαιμό του. Παίρνει και πάλι το λόγο.
- Ξέρεις......, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ελεύθερος Βλαδίμηρε;
- Που ένιωσα ελεύθερος; Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς;
- Να σε βοηθήσω τότε. Πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκες να κάνεις την απογευματινή σου βόλτα με το ποδήλατο χωρίς να σκέφτεσαι τι θα γίνει μετά;
- Τι θα γίνει....μετά;
- Εννοώ..., πότε πάτησες το πετάλι και ένιωσες τον ουρανό, τον ήλιο, τα δέντρα, και τον απέραντο ορίζοντα να σε αγκαλιάζουν, να σε καταπίνουν γλυκά. Να σε κάνουν ένα με αυτά. Να γίνεσαι κι εσύ μέρος του τοπίου. Να μην σκέφτεσαι πια τι θα γίνει μετά, τι θα γίνει την επόμενη μέρα, αν θα έχεις ποδήλατο την επόμενη μέρα, η αν θα στο κλέψει κάποιος που θα το δει παρατημένο έξω από το φούρνο.
- Δηλαδή..., εννοείς πότε ήμουν.....
Ο οικοδεσπότης προσπάθησε να το κάνει εικόνα. Και χάθηκε μέσα στις φλόγιες του τζακιού. Συνέχισαν και οι δύο να κοιτάνε σχολαστικά το άπειρο. Όπως πριν από λίγο.
Ο εκνευριστικός ήχος του κουδουνιού έρχεται να διακόψει αυτή την κατάδυση. Σηκώνεται ο οικοδεσπότης νωχελικά και πηγαίνει προς το θυροτηλέφωνο. Πατάει το κουμπί για να ανοίξει την εξώπορτα. Περπατάει γρήγορα προς την πόρτα του διαμερίσματος. Την ανοίγει διάπλατα και περιμένει. Κοντοστέκεται και χαζεύει την πόρτα του απέναντι διαμερίσματος. Δεν ξέρει τίποτα για τους ενοίκους. Πριν κάπια χρόνια έμενε μια οικογένεια με τρία παιδιά. Ήταν όλο γέλια και χαρές. Και κάποιες λύπες φυσικά. Η ενέργεια που έδινε τα διαμέρισμα στην πολυκατοικία ήταν ζωογόνα. Ακόμα οι καβγάδες ερχόντουσαν να υπενθυμίσουν ότι που και που η ζωή έχει συγκρούσεις. Μα τώρα πανε όλα αύτα. Όλος ο κόσμος έχει εναρμονιστεί στη συχνότητα της νέας πραγματικότητας. Στη συχνότητα της αποξένωσης. Στη συχνότητα του θανάτου.
Μια κομψή παρουσία βγαίνει από το ασανσέρ και σπάει τον κύκλο των συνειρμών του. Έχει κάτι το εξωτικό η αύρα αυτής της κοπέλας. Κοιτάει το ρολόι της, δείχνει 6:20.
- Καλησπέρα, δεν άργησα;
- Καλώς την Ιβάνα. Μέσα καθόμασταν με τον Αλέξανδρο και χαζεύαμε μπροστά στο τζάκι.
- Ο Ιππόλυτος έχει έρθει;
- Όχι ακόμα. Θα έχει μπλέξει μάλλον με τη δουλειά του. Τρέχει και δεν φτάνει αυτό το παιδί. Τέλος πάντων. Πέρασε μέσα. Θα πιείς τίποτα;
- Ένα ποτηράκι λευκό κρασί βάλε μου.
Προχώρησε μέσα και κάθισε δίπλα στον Αλέξανδρο. Στα δεξιά του. Στα αριστερά του κάθεται πάντα οικοδεσπότης. Τον βλέπει αποροφημένο και δεν θέλει να τον ταράξει απότομα. Σε μια στιγμή, αυτός στρέφει τη ματιά του στο μέρος της. Εκείνη παίρνει το θάρρος.
- Γειά σου Αλέξανδρε.
- Ιβάνα, χαίρομαι που σε βλέπω.
- Είναι λοιπόν αλήθεια αυτό που έμαθα ότι πας να κάνεις;
- Τι ακριβώς έμαθες;
- Να, οτι ψάχνεις αγοραστή για την έπαυλη στην Οδό της Μακαριότητας.
- Ναι, αυτό είναι αλήθεια.
Η Ιβάνα τον κοιτάζει αμήχανα. Παίζει νευρικά με τα δάχτυλά της στη ράχη του καναπέ. Δάγκώνει τα χείλη της. Παίρνει μια ανάσα.
- Και γιατί θα το κάνεις αυτό; Το 'χεις σκεφτεί καλά;
- Τόσο καλά που θα έπρεπε να το είχα κάνει χρόνια τώρα.
Συνεχίζει η υπάλληλος να τον κοιτάει σκεπτικά.
- Μα....., είναι το σπίτι που μεγάλωσες, που έζησες τα παιδικά σου χρόνια, στιγμές που σε έκαναν αυτό που είσαι σήμερα.
Ο Αλέξανδρος την κοιτάζει με μια βαριεστημένη υπεροψία. Η Ιβάνα συνεχίζει.
- Αλέξανδρε, αυτό το σπίτι είναι κληρονομιά της οικογένειάς σου. Ο πατέρας σου το έδωσε σε σένα για να βρεις μια γυναίκα, να παντρευτείτε και να ζήσετε ευτυχισμένοι εκεί. Εσύ πρόσφατα μας είπες ότι δε σκοπεύεις να παντρευτείς και τώρα παραδέχεσαι ευθαρσώς ότι θα ξεπουλήσεις και το σπίτι.
- Το σπίτι!...... το σπίτι....... . Μακάρι να ήταν το σπίτι το μόνο πράγμα που έχω ξεπουλήσει.
- Είσαι αινιγματικός Αλέξανδρε. Έτσι ήσουν πάντα. Αλλά για κάποιο λόγο πάντα στο τέλος με έκανες να εμπιστευτώ την κρίση σου. Η διαίσθησή μου με έκανε να εχω εμπιστοσύνη στο ότι δεν θα καταστραφείς εντελώς.
Ο οικοδεσπότης έρχεται και αφήνει το κρασί της Ιβάνας στο τραπέζι. Κάθεται δίπλα στον Αλέξανδρο. Πίνει μια γουλιά και γυρνάει στην Ιβάνα.
- Λοιπόν, για πες. Θα κάνεις το ταξίδι που έλεγες με το νέο έτος;
- Αχχχ.... . Πόσο θα ήθελα να πάω εκεί.
- Και τι σε κρατάει να μην πας;
Η Ιβάνα γουρλώνει τα μάτια της. Σιωπαίνει. Ο Βλαδίμηρος παίρνει πάλι το λόγο.
- Η Λατινική Αμερική είναι γεμάτη ομορφιές. Τα τροπικά δάση, τα ποτάμια, οι καταρράκτες. Τα ηλιοβασιλέματα.... . Θα δεις και αρχαία μνημεία των Αζτέκων. Θα είναι κρίμα να μην πας.
- Κρίμα επίσης θα είναι να μη προλάβω να γυρίσω. Δεν θέλει και πολύ να μπλέξεις με τους λάθος ανθρώπους τη λάθος ώρα στο λάθος μέρος εκεί κάτω.
Ο Βλαδίμηρος στρέφει το βλέμα του στον Αλέξανδρο.
- Την ακούς; Φοβάται να επισκεφτεί ένα ξένο τόπο μη τυχόν και συμβεί το χειρότερο δυνατό σενάριο. Θα τη ρωτήσεις αν ένιωσε ποτέ ελεύθερη; Ή μόνο εγώ θα είμαι το αντικείμενο των στοχασμών σου;
- Η Ιβάνα, θα πάει στη Βραζιλία. Είμαι σχεδόν σίγουρος για αυτό. Είναι δυστακτική στην αρχή αλλά στο τέλος πάντα τολμά να κάνει το μεγάλο βήμα. Όσο για τη συζήτηση περί ελευθερίας, δεν νομίζω ότι έμεις οι τρείς, αλλά και οι περισσότεροι άνθρωποι τη σήμερον ημέρα, διαφέρουμε και πολύ.
- Μα τι λες Αλέξανδρε, εσύ εδω μας έχεις κάνει ολόκληρα σεμινάρια πάνω στο θέμα. Ο Σωκράτης κι ο Πλάτωνας θα ήταν πολύ περήφανοι για 'σένα. Αν εσύ δε διαφέρεις τότε ποιός;
- Να 'ξερες Βλαδίμηρε σε τι αδιέξοδο είμαι.
- Δεν σε καταλαβαίνω.
- Ένα προβατάκι που παραστρατεί από το κοπάδι είναι καταδικασμένο. Εναντιώνεται στην ίδια του τη φύση, η οποία του επιτάσει να είναι..... πρόβατο. Αλλιώς θα γίνει γεύμα για τους λύκους. Ξέρεις όμως τι είναι ακόμα χειρότερο;
- Τι;
Ο Βλαδίμηρος τον ακούει με πολύ προσοχή.
- Το προβατάκι αυτό που παραμένει στο κοπάδι, λειτουργεί υπάκουα και υποτακτικα όπως του επιτάσει το κοπάδι, αλλά συνειδησιακά αρχίζει να βγαίνει εκτός.
- Δηλαδή;
- Χάνει σιγά σιγά τη συνείδηση του προβάτου κι αρχίζει να ομοιάζει πιο πολύ με τσακάλι η με αλεπού. Συχνά και με λύκο.
- Και είναι κακό αυτό;
- Αν μπορούσε το προβατάκι αυτό να εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο τα συναισθήματα και τις ανησυχίες του θα βλέπαμε πολύ πόνο και δυστυχία. Αν είχε απαρνηθεί τη φύση του θα ήταν τώρα νεκρό. Τώρα όμως που απαρνήθηκε την προβατίσια συνείδησή του είναι αιώνια καταδικασμένο στη δυστυχία. Και σε ρωτώ, είναι πιο αφόρητη για ένα ον η ανυπαρξία από τη δυστυχία.
Ο Βλαδίμηρος τον κοιτάζει καχύποπτα όσο μιλάει.
- Κι αυτό τι σχέση έχει με εσένα Αλέξανδρε; Άρχισες να φαντασιώνεσαι ότι είσαι τετράποδο τώρα; Κοίτα να δεις που τελικά η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο στοχασμό και τη παράνοια είναι λεπτή.
Πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή του χτυπάει το κουδούνι. Σηκώνεται ο οικοδεσπότης από τον καναπέ και πήγε να ανοίξει. Ο στοχαστής και η υπαλληλος περιμένουν με ανυπονονησία την είσοδο του τελευταίου καλεσμένου.
Ο τέταρτος της παρέας, ο περιβόητος Ιππόλυτος μπαίνει μέσα με άνεση. Βγαζει το παλτό του και το κρεμάει στον καλόγυρο. Έρχεται στο σαλόνι και χαιρετάει με ένα νεύμα τους άλλους δύο καλεσμένους. Κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα του δίπλα στον καναπέ.
- Λοιπόν. Τι θα κάνουμε σήμερα;
- Εσύ θα μας πεις Ιππόλυτε. (Πετάγεται με ενθουσιασμό η Ιβάνα).
- Τελευταία μέρα του χρόνου είναι. Ας μην τη σπαταλήσουμε σαν όλες τις άλλες (Συμπληρώνει ο Αλέξανδρος).
Έρχεται και ο οικοδεσπότης από μέσα. Εμφανώς ευδιάθετος και ανεβασμένος. Η παρουσία του Ιππόλυτου τον κάνει πάντα χαρούμενο.
- Άς καθίσουμε να φάμε για αρχή.
Οι άλλοι συμφωνούν συγκαταβατικά και σηκώνονται αργά αργά από τις θέσεις τους.
Το ρολόι που στέκεται πάνω στο τζάκι δείχνει 7:00. Το τραπέζι καλύπτει ένα λευκό τραπεζομάντηλο. Στο κέντρο βρίσκεται ένα κηροπήγιο με ενα κερί να τρεμοπαίζει σαν μπαλαρίνα μέσα στο κλουβί της. Γύρω είναι απλωμένα διάφορα πιάτα. Οι καλεσμένοι κάθονται στις θέσεις τους γύρω από το τραπέζι. Τα βλέματά τους διασταυρώνονται. Το κερί παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη μυσταγωγία. Ο οικοδεσπότης φέρνει το ταψί με το μοσχάρι και τις πατάτες και το αφήνει πάνω στο τραπέζι.
Ο Ιππόλυτος σηκώνει το ποτήρι του και κάνει μια πρόποση.
- Σε όλα όσαν έγιναν, σε όλα όσα ζούμε, και σε όλα όσα θα έρθουν. Δεν θα πάψουμε ποτέ να αναζητούμε την ελευθερία. Όσο ζούμε θα κάνουμε το καλύτερο δυνατό που μπορούμε, με ότι μας δίνεται την κάθε στιγμή.
- Η φαντασία δεν θα πεθάνει ποτέ! (Φωνάζει ο στοχαστής)
- Καλά να είμαστε... (Αμέσως μετά η Ιβάνα)
- Λοιπόν, στην υγειά μας! (Και τέλος ο οικοδεσπότης)
Με αυτά τα λόγια αρχίζει η βραδιά σε αυτό το χειμωνιάτικο δείπνο στην Οδό Επανένωσης. Έξω μόλις άρχισε να ρίχνει χιονόνερο. Οι δρόμοι μοιάζουν πια με λίμνες γεμισμένες με λασπόνερο. Τα ορμητικά νερά τους παρασέρνουν καρέκλες, κουτιά, μικρά σκουπιδάκια, και ποντίκια.
Η όψη του τοπίου προδίδει αποσύνθεση σε πλήρη εξέλιξη. Φαίνεται ότι σε λίγο δεν θα μείνει τίποτα όρθιο. Μόνο στην κεντρική πλατεία της πόλης, ο καθεδρικός ναός μοιάζει βράχος στο κύμα. Μεγαλοπρεπώς σκίζει τον ουρανό με τους πύργους του και οι λάμπες του σκορπάνε το φως προς πάσα κατεύθυνση. Μοιάζει ίσως το μόνο κατάλοιπο επιβλητικότητας σε αυτό τόν έρημο κόσμο. Το ρολόι του ναού δείχνει 7:20. Η νύχτα έχει κυριαρχήσει ολοκληρωτικά.
Συνεχίζεται...
Comments
Post a Comment