Σεπτέμβριος, απόγευμα, ώρα 4:45. Το θερμόμετρο στους δρόμους έχει αρχίσει να ανεβάζει βαθμούς. Αυτοκίνητα μαζεύονται αργά αργά πίσω από το κόκκινο φανάρι. Μηχανάκια ξεγλιστράνε σαν αίλουροι ανάμεσά τους. Πέζοι σαν αρουραίοι, με τα μάτια δεκατέσσερα, πετάγονται από τη μια μεριά στην άλλη. Πίσω από την τεράστία τζαμάρία, στον έκτο όροφο του κτηρίου, το τοπίο μοιάζει με σκηνικό σε χιλιοπαιγμένη παράσταση. Ο θεατής παρακολουθεί σιωπηλός το έργο, όπως κάθε φορά. Με την παλάμη μπροστά από το πρόσωπο, και την δεικτη κάτω από τη μύτη, μοιάζει να ρουφάει αυτό που βλέπει.
Η ώρα φτάνει 5:00. Με νωχελικές κινήσεις σηκώνεται και αρχίζει να συμμαζευει τα πράγματά του. Βάζει το παλτό του.
"Γειά σου Νικόλα" γυρίζει πίσω και λέει δυνατά. Αυτός του απαντάει με ένα νεύμα και σηκώνοντας το δεξί του χέρι.
"Καλή ξεκούραση Ζαχαρία" ακούγεται μια άλλη φωνή από τη γωνία πιο πέρα. Περπατάει αργά και με υπολογισμένα βήματα φτάνει στην εξώπορτα της αίθουσας. Την ανοίγει, βγαίνει έξω και χάνεται σε έναν άλλο κόσμο.
Ωρα 5:30. Το σπίτι του Ζαχαρία, ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο, ανεβάζει και πάλι τα ρολά του. Ο οικοδεσπότης βγαίνει στο μπαλκόνι, και βάζει ένα μαξιλάρι πάνω στη σιδερένια του καρέκλα. Μπαίνει πάλι μέσα. Βγαίνει μετά από τρία λεπτά. Έτοιμος πια. Με το τσιγάρο στα χείλη και τον φραπέ στο χέρι σιάχνει τη θέση του. Κάθεται, και με μια κίνηση προς τα πίσω σηκώνει το αριστερό του πόδι και το φέρνει σταυρωτά πάνω στο δεξί. Η ματιά του στέκεται ακριβώς απέναντι από την λεμονιά που πετάγεται από την αυλή κάτω. Έκατσε στο σωστό σημείο. Όλα δείχνουν έτοιμα για να αρχίσει κι αυτό το απόγευμα. Γέρνει το πρόσωπό του χαμηλά προς το δεξί του πλευρό και με μια ευλαβική κινήση βάζει φωτιά στην κάφτρα. Εισπνέει βαθιά.
Απλώνει το δεξί του χέρι στο τραπεζάκι και πιάνει το γυάλινο ποτήρι. Το φέρνει μπροστά του. Πάει να ρουφήξει φρέσκο καφέ, φρενάρει απότομα, τα μάτια του τινάζονται και γουρλώνουν. Παρατηρεί τον αφρό για λίγα δευτερόλεπτα. Το αφήνει πάλι εκεί που το πήρε. Γυρίζει απότομα του κεφάλι του ευθεία. Η λεμονιά μοιάζει να είναι εκεί για να τον παρηγορήσει. Όμως ένα μυγάκι καρφώνεται και πνίγεται μέσα στο υγρό του ματιού του. Ένα φύσημα τον ανακουφίζει. Γυρίζει πάλι την ματιά του ευθεία. Αυτή την φορά όμως δεν εστιάζει στη λεμονιά, αλλά στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. Βλέπει μια ανοιχτή ντουλάπα. Από μέσα ξεχύνονται πλεξούδες από χοντρά καλώδια, κομπρεσέρ, και ένα βαλιτσάκι με εργαλεία. Στα κάτω ράφια φαίνονται παλιές σακούλες από νάυλον. Τόσο παλιές που σε πολλά σημεία έχουν σκιστεί από το τρίψιμο. Στο πάνω ράφι υπάρχει ένα σιδερένιο μικρό κουτί, είναι κλειδωμένο με λουκέτο. Τράβηξε αμέσως την προσοχή του Ζαχαρία, καθώς δεν μοιάζει με τίποτα άλλο σε αυτή την ρημαδιασμένη από τον χρόνο ντουλάπα. Ένα χέρι εμφανίζεται στο πλάνο του και πιάνει το κουτί από το χερούλι. Αμέσως ο Ζαχαρίος κατευθύνεται προς την άλλη άκρη του χεριού και βλέπει μια σιλουέτα να το παίρνει πίσω δυστακτικά. Αυτή, μόλις αντιλαμβάνεται την παρουσία του Ζαχαρία γυρίζει γρήγορα την πλάτη και μπαίνει μέσα στο διαμέρισμα τεντόνωντας με φόρα την κουρτίνα πίσω.
Ο Ζαχαρίας, αρπάζει νευρικά το ποτήρι να ρουφήξει μια γουλιά και πετάγεται απότομα πάνω με την τρίχα σηκωμένη. Η δόνηση από την κραυγή τον διαπέρασε από τα νύχια ως τα μαλλιά. Στρέφει τη ματιά του πάλι απέναντι και βλεπει ενα χέρι να αφήνει ένα μαχαίρι στη ντουλάπα. Ένας νεαρός το άφησε και τώρα φεύγει με ένα κατεβασμένο χαμόγελο. Τρυπώνει πάλι στο διαμέρισμα. Για λίγα δευτερόλεπτα ο θεατής με τον καφέ μένει παγωμένος. Το βλέμα του έχει κλειδωθει στο δεύτερο ράφι της ντουλάπας. Λίγες κόκκινες πιτσιλιές αρχίζουν να φαίνονται καθαρότερα. Θολώνει η όραση του. Το στομάχι του αρχίζει να χορεύει. Ξεθολώνει το τοπίο και βλέπει πάλι το ξίφος. Αυτή τη φορά με την κόψη να εξέχει ελαφρώς από το ράφι. Κάπου δείχνει.
Το κοκκινο ζουμι ρέει σιγά σιγά από το χερούλι στην αιχμή. Παχαίνει, ενώνει τις εστίες του και κινείται προς την άκρη. Έχει μαζευτεί τόσο που αρχίζει να χύνεται στο πάτωμα. Γυρνάει απότομα στο τραπεζάκι για να πιει μια γουλιά καφέ. Το ποτήρι δεν είναι έκει. Μια υγρασία νιώθει να τον ενοχλεί κάτω χαμηλά. Κοιτάζει στο δάπεδο και βλέπει σπασμένο το ποτήρι, κόκκινους λεκέδες παντού και ένα φαγωμένο καλαμάκι. Το παπούτσι του έχει κολλήσει πανω σε στεγνή στάμπα και έχει ποτήσει μέχι την κάλτσα. Γυρίζει πάλι προς το απέναντι μπαλκόνι και ακούει ένα δυνατό γέλιο από μέσα. Ο Ζαχαρίας με τα δύο χέρια στους κρόταφους πιέζει το κεφάλι του. Σφίγγει τα δόντια του και προσπαθει να ξυπνήσει. Γεμίζει τα σωθικά του με άτσαλες αναπνοές. Ο αέρας που βγάζει ανακατεύεται με τον εμετό και του ξυνει το λαιμό. Βήχει. Ένα ματωμένο φλέμα φεύγει. Προσπαθεί να πάρι πάλι ανάσα. Εισπνέει, καταπίνει με δύναμη. "Μπάσταρδε!" ακούγεται πνιχτά ένας ήχος από το στομάχι του. Σηκωνει το κεφάλι να πάρει πάλι ανάσα. Καταπίνει πάλι και πριν το κατεβάσει τρώει μια γροθιά στο διάφραγμα. Τινάζεται ολος μπροστα, ανοιγει το στόμα του και με γουρλωμένα τα μάτια βγάζει ολο το νερό που είχε καταπιεί, σαν να ήταν δελφίνι.
Παίρνει βαθιά αναπνοή και συνεχίζει να κουνάει τα χέρια του ρυθμικά. Πρώτα το δεξί, μετά το αριστερό. Προχωράει ευθεία. Αρχίζει σιγά σιγά να βρίσκει το ρυθμό του. Διασχίζει το πέλαγος με πάθος και σιγουριά. Προσπαθεί να θυμηθεί που θέλει να πάει. Δεν μπορεί αυτή την ώρα. Έχει όμως εμπιστοσύνη στο σώμα του. Γύρω του πελώρια κύματα. Στο βάθος βλέπει έναν λόφο. Κινείται μηχανικά προς αυτό το σημείο. Σε λίγα δευτερόλεπτα έχει κιόλας φτάσει στη στεριά. Βγαίνει σιγά σιγά από το νέρο. Παίρνει βαθιές αναπνοές και καθαρίζει το μέτωπό του. Τώρα βλέπει τον χώρο γύρω του πιο καθαρά. Ένα έρημο μέρος και πιο βαθιά στο νησί ξεπροβάλλει ένα δάσος από φοίνικες και ψηλά δέντρα.
"Ουφ! Την γλύτωσα και σήμερα" μουρμουρίζει. Αρχίζει να περιεργάζεται τη φύση του μέρους. Βλέπει ξύλο, πέτρες, αγριόφυλλα, και κάτι περίεργα φρούτα με αγκάθια που κρέμονται από τα θεόρατα φυτά.
"Πρέπει να βιαστώ, σε λίγο θα νυχτώσει" σκέφτεται κι αρχίσε να κινείται λίγο πιο νευρικά.
"Και κρέας, μα που στο καλό να βρω κρέας εδώ πέρα". Το μάτι σαν σπιθαμή αρχίζει να σκιαγραφεί τον χώρο για αγριογούρουνα. Τίποτα όμως. Δεν φαίνεται να υπάρχει ίχνος ζωικής ύπαρξης εδώ.
"Και ύστερα, πως θα κάνω την δουλειά" σκέφτεται. Με τη γωνία του ματιού του βλέπει κάτι που κάνει το μέτωπό του να αρχίσει να στάζει. Η ίδια λεπίδα που είδε προηγουμένως να σου πάλι εδώ. Αφημένη άγαρμπα πάνω σε έναν πλακουτσό βράχο. Με την κόψη να εξέχει ελαφρώς. Όπως την είχε αφήσει από πριν. Την παρατηρεί με τους παλμούς του να αρχίζουν να χτυπάνε πιο έντονα. Ένα μακρύ χέρι την ακουμπάει πάλι ελαφρώς και την φέρνει κοντά στο σώμα του.
Ο Ζαχαρίας στρίβει την ματιά του και βλέπει πάλι αυτό τον τσόγλανο να τον κοιτάζει βλοσυρά. "Πάλι εδώ αυτός" σκέφτεται σιωπηλά. Όσο τον κοιτάζει τόσο ο νεαρός σφίγγει το μαχαίρι στην παλάμη και το βλέμα του.
"Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό το πράγμα, θα ζητήσω εξηγήσεις" σκέφτεται. Στρέφει την μάτια του ψηλά και βλέπει τον ουρανό να έχει γίνει σκούρος.
"Πως πέρασαν έτσι οι ώρες" σκέφτεται. "Πρέπει να κάνω το καθήκον μου και να φύγω σύντομα απο εδώ, αλλιώς θα αργήσω πάλι στη δουλειά μου". Για την ώρα όμως, "Πρέπει να ξεκαθαρίσω τι συμβαίνει με αυτόν τον τύπο και αυτό εδώ το σίδερο".
"Ας κουνηθώ λοιπόν". Αναστενάζει, ισιώνει το κορμί, τεντώνει τους ώμους του προς τα πίσω με υπερηφάνεια και κάνει ένα στιβαρό βήμα με το δεξί του πόδι. Πατάει με δύναμη στο έδαφος. Ξαφνικά μουδιάζει ολόκληρος και αισθάνεται να χάνει την ισορροπία του. Έχει μείνει με το ένα πόδημα πατημένο μπροστά. Το άλλο αδυνατεί να ακολουθήσει.
"Που να πάρει.. " σηκώνει πάλι το κεφάλι. Ευθεία, βλέπει τον νεαρό να τον κοιτάζει με ένα πλατύ χαμόγελο. Ίσως το πιο τρομακτικό χαμόγελο που έχει δει στη ζωή του. Όσο ο Ζαχαρίας τον κοιτάζει τόσο το χαμόγελο του πλαταίνει και η όψη του γίνεται πιο μοχθηρή.
"Μα τι γίνεται εδώ πέρα!". Ο νεαρός συνεχίζει να κοιτάζει αυτό το θέαμα έτοιμος να ξεσπάσει σε δυνατά γέλια.
"Τι κοιτάς; Βοήθησέ με να ξεκολλήσω! Πρέπει να φύγω από εδώ. Αύριο το πρωί πρέπει να είμαι στην ώρα μου.". Ο νεαρός τον κοιτάζει με απάθεια. Ο Ζαχαρίες κάνει κάποιες προσπάθειες να ξεκολλήσει. Κανένα αποτέλεσμα. Νιωθεί σιγά σιγά το έδαφος να λιώνει κάτω από τη μπότα του.
"Ωχ. Τι συμβαίνει τώρα". Το έδαφος αρχίζει να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του και τον καταπίνει λίγο λίγο.
"Τι με κοιτάς! Τράβηξε με απο εδώ πέρα! Θα πνιγώ" φωνάζει στον νεαρό. Αλλά αυτός ακίνητος συνεχίζει να τον κοιτάζει με το χαμόγελο της φρίκης. Η λάσπη τον αγκαλιάζει λίγο λίγο σαν φίδι με πολλούς λαιμούς. Και οι τελευταίες κραυγές του Ζαχαρία σιγοσβήνουν. Πνίγεται ολοκληρωτικά μέσα στην σκούρα λάσπη.
Ανοίγει τα μάτια του δειλά δειλα. Τυφλώνεται από το έντονο φως της αίθουσας. Μια σιλουέτα κάθεται σε μια καρέκλα στο γραφείο και τον κοιτάζει περιπαιχτικά. Με το που κολλάει το βλέμα του πάνω της βλέπει ένα πνιχτό χαμόγελο σαν απάντηση.
"Ζάχο....!" βγαίνει μια ζεστή φωνή.
"Που είσαι Ζάχοοο....!" συνεχίζει ο κύριος με τα γένια απέναντι.
Ο Ζαχαρίας περιεργάζεται τον χώρο γύρω του. Ράφια με ντοσιέδες, δύο γλάστρες με τεράστιους κάκτους και στο κέντρο ψηλά στον τοίχο στέκει ένα κάδρο. Απεικονίζει έναν έρημο τόπο και στο κέντρο ο Ήλιος να δύει. Προσπαθεί να θυμηθεί που βρίσκεται.
"Έλα Ζαχαρία, τι έπαθες....." λέει φωναχτά ο κύριος απέναντι.
Τινάζεται ο Ζαχαρίας. Ισιώνει το κορμί του και κοιτάζει το ρολόι του. Ο ωροδείκτης κι ο λεπτοδείκτης έχουν ευθυγραμμιστεί στο 12. Κοιτάζει πάλι τον κύριο απέναντι.
"Συγνώμη αλλα δεν θυμάμαι γιατι ήρθα εδώ κύριε...."
"...Αντωνίου. Αντωνίου!" συμπληρώνει αυστηρά ο κύριος.
"Αρχίζει το ωράριό σου τώρα. Τι αρχίζει δηλαδή..ήδη έχεις χάσει πέντε λεπτά".
"Μα δεν καταλαβαίνω...." μουρμουρίζει ο Ζαχαρίας.
"Κατ'αρχήν τι είναι αυτές οι βρωμιές πάνω στα ρούχα σου;" τον ρωτάει με σιγανή φωνή ο κύριος.
Ο Ζαχαρίας στρέφει το βλέμα στο πουκάμισο και γουρλώνει τα μάτια.
"Ζαχαρία, δεν εχούμε πει να έρχεσαι καθαρός στη δουλειά;" αυστηραίνει τον τόνο πάλι ο κύριος.
Οι κόκκινες πιτσιλιές τον έχουν καθηλώσει και προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί και πως.
"Θα με αναγκάσεις να σημειώσω ένα ακόμα παράπτωμα στον φακελό σου Ζαχαρία".
Ανοίγει το συρτάρι ο Αντωνίου. Βγάζει ένα ντοσιέ με δύναμη και φεύγει κάτω ένα μεταλλικό αντικείμενο. Ο Ζαχαρίας στρίβει τη ματιά του να το δει. Βλέπει τη ματωμένη λεπίδα που είδε και πριν. Ο κύριος δεν δίνει καθόλου σημασία και συνεχίζει με φρενήρεις ρυθμούς να αναποδογυρίζει και να πετάει κάτω έναν έναν τους φακέλους μέχρι να βρει το ποινολόγιο. Τελείωνουν τα πράγματα στο συρτάρι. Ανοίγει το από κάτω και συνεχίζει την ίδια δουλειά. Ο Αντωνίου έχει κοκκινίσει και μοιάζει αφιονισμένος. Πετάει ότι βρίσκει μπροστά του εδώ κι εκεί. Σε δύο λεπτά όλα τα συρτάρια του γραφείου έχουν αδειάσει. Ο Ζαχαρίας προσπαθεί να εντοπίσει το σημείο που είχε πέσει η λεπίδα όμως όλο το πάτωμα εχει καλυφτεί με χαρτιά και πλαστικά. Ο Αντωνίου σηκώνεται με μανία και περιλαμβάνει τα ράφια. Αρχίζει πάλι απο τα αριστερά προς τα δεξιά και ανακρίνει τα ντοσιέ ένα ένα. Σε λιγα δευτερόλεπτα όλα τα ράφια εχουν αδειάσει τελείως. Ο Αντωνιού στέκεται αναμένος και βρυχάται από τα νεύρα του. Παίρνει μια βαθιά αναπνοή.
"Δεν θα με τρελάνεις εσύ ανεύθυνε κοπρίτη" φωνάζει στον Ζαχαρία.
"Το διαολεμένο που βρίσκεται;" συνεχίζει.
"Μα, δεν καταλαβ...."
"Σκάσε!" τον κόβει απότομα ο Αντωνίου. Κοιτάει ο ένας τον άλλο από τη νύχια ως την κορυφή. Και οι δυο είναι ιδρωμένοι και βαριανασαίνουν. Ο Αντωνίου έπειτα ρήχνει μια γρήγορα ματιά στον χώρο γύρω του. Όλο είναι ίσιωμα. Τίποτα όρθιο.
Στρίβει αργά το βλέμα του πάλι πάνω στον Ζαχαρία. Αυτός τον κοιτάει με περισσότερη απορία. Αμέσως ο Αντωνίου σκάει ένα χαμογελάκι. Κοιτάει τον Ζαχαρια βλοσυρά. Τα λεπτά αρχίζουν να μετράνε αντίστροφα.
"Σας παρακαλώ κύριε, πρέπει να πάω για δουλειά" λέει με τρεμάμενη φωνή ο Ζαχαρίας.
Συνεχίζουν περνώντας το κατωφλι της πόρτας και μπαίνοντας στη νέα αίθουσα. Εδώ οι υπάλληλοι στις καρέκλες είνα πιο ζωηροί και ανήσυχοι. Χασκογελάνε δυνατά και πετάνε πράγματα ο ένας στον άλλον. Μια ιλαρή διάθεση καταλαμβάνει τον Ζαχαρία με το που μπαίνει σε αυτή την αίθουσα. Όλος και περισσότεροι γυρνάνε προς το μέρος του και τον κοιτούν ειρωνικά. Μίλανε ο ένας με τον άλλον και κάνουν γελοίες γκριμάτσες. Μια κοπέλα κοιτάζει τον Αντωνίου παιχνιδιάρικα. Βγάζει έξω τη γλώσσα της και αρχίζει να τον προσκαλεί. Αυτός με μια υπερηφάνεια κάνει τάχα τον ντροπαλό και της στέλνει ένα χοντροκομμένο φιλάκι. Γυρνάει μπροστά και συνεχίζει το καθήκον του. Ξαφνικά, αρχίζουν να ακούγονται κουβέντες για τη μητέρα του Ζαχαρία. Ένας τύπος με ζεστό χαμόγελο του εφιστά την προσοχή. Μολίς ο Ζαχαρίας τον κοιτάζει εισπράττει μεσαίο δάχτυλο σαν απάντηση. Σφίγγεται και δαγκώνει τη γλώσσα του. Συνεχίζει η πορεία στον ίδιο ρυθμό. Η πίσω πόρτα ανοίγει μόνη της και περνάνε στην τρίτη αίθουσα.
"Άντε δεν θα έρθει η ώρα να βγούμε κι από δω.." σκέφτεται σιωπηλά.
"Και πόσες αίθουσες να υπάρχουν ακόμα" συλλογίζεται.
Τα πίσω βήματα συνεχίζονται. Δεν ακούγεται ούτε φαίνεται τίποτα καθαρά. Μόνο ένας απροσδιόριστος θόρυβος και ένα ντελίριο από θαμπές σιλουέτες με πρόσωπα που κινούνται δεξιά κι αριστερά, πάνω και κάτω σπαστά και γρήγορα σαν διαολεμένες. Έχουν περάσει κάμποσα λεπτά κι ακόμα περπατάνε στην ίδια αίθουσα. Πουθενά αυτή η διαολεμένη πόρτα.
"Μα καλά πόσο μεγάλος είναι αυτός ο χώρος..." σκέφτεται, όσο μπορεί να ακόμα να σκεφτεί, ο Ζαχαρίας.
"Εδω μέσα θα μείνω για πάντα" συλλογίζεται και τον πιάνει απελπισία.
Ο Αντωνιου επιταχύνει το βήμα του. Το χαμόγελο του ανοίγει διάπλατα. Τα φρύδια του σηκώνονται και στρίβουν προς τα κάτω. Οι κόρες των ματιών του διαστέλονται κι αρχίζουν να καρφώνουν δεξιά κι αριστερά τις κινήσεις του Ζαχαρία.
Ο Ζαχαρίας νιώθει μια δυσκολία να ισορροπήσει. Κάνει ατσούμπαλα βήματα που μοιάζουν να ξεχύνονται στα πλάγια. Τα πέλματα του δεν πατάνε καλά κάτω. Αρχίζει να γλιστράει ελαφρώς. Προσπαθεί να κρατηθεί.
"Κουνήσου μπάσταρδε, ίσια και σταθερά, αν πέσεις...., τελείωσες!" λέει από μέσα του.
Κοιτάει κάτω για να νιώθει σίγουρος. Οι μπότες του μοιάζουν με βάρκες που ρίχνονται στην θάλασσα και το κύμα τις χορεύει δεξιά κι αριστερά. Ξαφνικά βλέπει ένα μεταλλικό αντικείμενο να φεύγει με φόρα μπροστα του. Είναι θολή η όραση του και δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι. Αυτό όμως, στραμμένο με την κόψη προς τα έξω, σέρνεται στο δάπεδο ακολουθώντας τις μπότες του. Οι κόκκινες πιτσιλιές λερώνουν το δάπεδο αφήνωντας πίσω ίχνος.
"Ζάχοοο....!" ψιθυρίζει τραγουδιστά ο Αντωνίου.
Ο Ζαχαρίας φαίνεται να μην ανταποκρίνεται καθόλου. Δεν έχει τη δύναμη να καταλάβει τι γίνεται γύρω του. Μοιάζει να έχουν φύγει εδώ και ώρα από την αίθουσα με τους υπαλλήλους. Τώρα περπατάνε σε έναν σκοτεινό διάδρομο που μοιάζει με υπόγεια διάβαση. Ο υπάλληλος κοιτάζει μπροστά, πίσω από τον Αντωνίου. Δεν βλέπει κάποια αρχή.
"Έλα Ζάχοοο..., θα πάρεις ρεπό Ζάχοοο..., έλααα...., Ζάχοοο....." συνεχίζει στον ίδιο τόνο ο διευθυντής.
Ο Ζαχαρίας νιώθει να χάνει το έδαφος από κάτω του. Προσπαθεί να κρατηθεί. Παίρνει βαθιά άνασα. Πατάει όμως κάτι πίσω του και βγαίνει εκτός ρυθμού. Χάνει την ισορροπία του. Σαν στρόβιλος φεύγει με τα πόδια σηκωμένα και προσγείωνεται με τον πισινό σε ένα τοίχο με σάπιες λαμαρίνες. Ο Αντωνίου σταματάει. Με ένα ζεστό χαμόγελο ψιθυρίζει "Ζάχοοο....". Υψώνει το δεξί του χέρι ψηλά σαν τον Ναπωλέοντα. Σηκώνει το μανίκι του πουκαμίσου και διπλώνει αργά αργά στον αγκώνα. Παίρνει βαθιά ανάσα. Πλησιάζει γρήγορα στον Ζαχαρία και του γυρνάει μια δυνατή κατραπακιά. Τόσο δυνατή που θα νόμιζες ότι το κεφάλι ξεκόλλησε από τον λαιμό. Ο Ζαχαρίας χάνεται ολοκληρωτικά μέσα στο τίποτα.
Ώρα 5:35. Λίγο φως μπαίνει στο πεδίο σιγά σιγά. Γήνινα χρώματα αρχίζουν να εμφανίζονται αχνά αχνά. Ήχοι από κόρνες και βρισίδια κάνουν την εμφάνισή τους. Μέσα στο κάδρο αρχίζει να διακρίνεται το σκηνικό. Μηχανάκια ξεγλιστράνε σαν αίλουροι. Πέζοι σαν αρουραίοι, με τα μάτια δεκατέσσερα, πετάγονται από τη μια μεριά στην άλλη. Ο Ζαχαρίας παρακολουθεί το σκηνικό μηχανικά, πίσω από την τζαμαρία. Νωχελικά κοιτάζει και νιώθει μια ανακούφιση που βλεπει πάλια τα ίδια γνώριμα πράγματα.
"Ζαχαρία για όνομα του Θεού, κάθε μέρα το ίδιο...." ακούει μια φωνή από πίσω του.
Γυρνάει πίσω και βλέπει τον επιστάτη του ορόφου. Αμέσως τα μάτια του ανοίγουν και ισίωνει το κορμί. Σκέφτεται, μα δεν του βγαίνει μιλιά.
Ο Ζαχαρίας σηκώνεται με κατεβασμενο το κεφάλι. Ετοιμάζει τα πράγματα του, φοράει το παλτο του πάει να φύγει. Κάνει λίγα βήματα προς την έξοδο μέχρι που τον χτυπάει σαν μαχαιριά στην πλάτη η φωνή του επιστάτη,
"Καλή ξεκούραση Ζαχαρία". Ο Ζαχαρίας μουδιάζει. Νιώθει όλες τις εικόνες να περνάνε ξανά από μπροστά του. Ποιός ξέρει τι τον περιμένει μετά. Κάθε μέρα τα ίδια...
Comments
Post a Comment