Η ώρα έχει φτάσει πλέον 9:30. Ο χρόνος έχει σταματήσει για λίγο. Μια αδράνεια επικρατεί στο μυαλό του συγγραφέα. Ρίχνει τον εγωισμό του και επικαλείται τη Μούσα του Σκοπού. Εκείνη έρχεται κοντά του με τη μορφή της Αθηνάς. Του δίνει έμπνευση και δύναμη να συνεχίσει. Νιώθει πιά έτοιμος για το επόμενο βήμα. Η κίνηση των όντων ξεκλειδώνεται. Ο δείκτης των δευτερολέπτων ξεκινάει πάλι το βηματισμό του. Ο συγγραφέας παίρνει μια βαθιά ανάσα. Και συνεχίζει.
Σε μια απόμερη γωνιά της πόλης, σε έναν ακάλυπτο γεμάτο παλιά έπιπλα και μπάζα, ένα πλήθος από αδέσποτες γάτες είναι μαζεμένο γύρω από ένα μαύρο παλτό που κάθεται οκλαδών. Μέσα στο παλτό αυτό βρίσκεται ένας γκριζομάλλης τύπος με γένια. Το πρόσωπό του είναι γεμάτο ρυτίδες και σπυριά. Το βλέμα του δείχνει ταλαιπωρημένο, με μια έκφραση παραίτησης και απόσυρσης. Τα μάτια του είναι μισόκλειστα. Στο χέρι του κρατάει ένα μισοσβησμένο τσιγάρο. Ο αέρας είναι τόσο δυνατός που ούτε μια σπιθαμή φωτιάς δεν αφήνει να παραμείνει ζωντανή. Το μόνο πράγμα που παραμένει ζωντανό πάνω του, βρίσκεται μέσα του. Στο κεφάλι του. Η μνήμη του. Αν και εξουθενωμένη που είναι από τις κακουχίες, συνεχίζει να ρέει σαν κανάλι από λάβα αναμνήσεων. Ο ασταμάτητος συνειρμός του ζωντανεύει ξανά εικόνες από το παρελθόν. Από το κοντινό και το μακρινό του παρελθόν.
Θυμάται τον εαυτό του καθισμένο σε μια καρέκλα γραφείου, μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή. Το κίτρινο φως του πορτατίφ αντανακλά στον τοίχο πίσω από το γραφείο, και το φως διαχέεται στα ράφια της βιβλιοθήκης και σε όλο το δωμάτιο. Αυτή η ατμόσφαιρα εμπνέει μια μυσταγωγική διάθεση. Θα έλεγε κάποιος φουτουριστική. Το μέλλον έρχεται να εκπληρώσει τις υποσχέσες του παρελθόντος. Το παρόν είναι μια στιγμή αναμονής για κάτι μεγάλο. Οι πιο θαραλαίες επιδιώξεις πραγματοποιούνται με τη μορφή του μηδέν και του ένα. Κάτι νέο έρχεται δυναμικά να αλλάξει τελείως τον κόσμο των ανθρώπων.
Τριάντα χρόνια μετά ο κόσμος έχει αλλάξει. Πήγε πολύ μπροστά. Τόσο μπροστά που το τέλος φαίνεται κοντά. Μια σπιθαμή απο δω. Λίγες ώρες από τώρα. Στην Οδό Επανένωσης τα πράγματα ρέουν ομαλά εδώ και περίπου δυό ώρες. Οι τέσσερις φίλοι κάθονται στο σαλόνι σιωπηλοί. Το κερί στο κέντρο του τραπεζιού και του δωματίου δίνει τον ρυθμό στην τελετή. Και γύρω σκοτάδι. Η αγωνία αρχίζει σιγά σιγά να διασκορπίζεται. Κάτι αρχίζει να μην πηγαίνει καλά αυτή τη στιγμή. Η Ιβάνα έχει καρφώσει το βλέμα της στην βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο. Κοπάναει νευρικά τα δάχτυλά της στο τραπέζι. Κοιτάζει μια κορνίζα στο βάθος. Μια γιαγιά με γκρίζο μαλλί και γυαλιά την κοιτάζει πίσω. Όσο περνούν τα λεπτά η επικοινωνία αυτή γίνεται όλο και πιο ζωντανή. Το πρόσωπο της γριάς αρχίζει να σκύβει. Ένα ύπουλο χαμόγελο αρχίζει να διαγράφεται σιγά σιγά στο πρόσωπό της. Η Ίβανα έχει μουδιάσει. Με ενα απότομο φόρτωμα αρχίζει να ακούει τους παλμους της. Αυτό το ντουπ ντουπ διαπερνάει όλο της το σώμα και μοιάζει σαν να δονείται. Η κορνίζα έχει μαζέψει όλο το φως του δωματίου πάνω της. Η νεαρή γυναίκα παραμένει αποσβολομένη με τα φρύδια της σηκωμένα και το στόμα ανοιχτό. Σε μια στιγμή τινάζεται πίσω. Βγάζει ένα ουρλιαχτό που μπορεί και να ακούστηκε σε ολόκληρη την πόλη. Η γριά της έκλεισε το μάτι.
Η Ιβάνα γυρίζει να κοιτάξει τους άλλους τρεις. Αυτό που βλέπει όμως δεν το περίμενε. Τρείς καρέκλες άδειες.
- Που πήγατε;...... Παιδιά! (Φωνάζει με τρέμουλο στη φωνή)
Την πιάνει αμέσως πανικός. Σηκώνεται από την καρέκλα της και αρχίζει να περπατάει πάνω κάτω. Οι μαύρες μπότες της ποδοπατάνε το πάτωμα με μανία. Κάνει κάποιους γύρους. Πηγαίνει στο σημείο που βρίσκεται η κορνίζα. Την γυρίζει ανάποδα. Ανασαίνει βαθιά. Όλα ησυχάζουν. Κοντοστέκεται για λίγο κοιτώντας την ξύλινη πισινή επένδυση του κάδρου με αμηχανία. Έπειτα πηγαίνει και κάθεται ξανα στη θέση της. Το κερί έχει σβήσει. Το φως του φεγγαριού είναι πλέον το μόνο που φωτίζει το δωμάτιο. Κοιτάζει το ρολόι της. Ώρα 10:00.
Περιεργάζεται το σκοτεινό τοπίο γύρω της. Σε μια φάση γυρνάει πίσω και η ματιά της πέφτει στη βιβλιοθήκη.
- Αμάν! (Φωνάζει)
Η κορνίζα είναι γυρισμένη προς το μέρος της όπως και πριν. Η γριά την κοιτάζει πάλι και είναι έτοιμη να ξεκαρδιστεί στα γέλια.
- Τι θέλεις από μένα! (Φωνάζει με όλη της τη δύναμη η Ιβάνα)
Η κορνίζα ξεσπάει σε δυνατά γέλια.
- Νόμιζες ότι θα απαλλαγείς από μένα ε; Σε λίγες ώρες θα έρθουμε πιο κοντά όμως. (Είπε η γριά συνεχίζοντας να γελάει).
- Τι εννοείς; Δεν σε καταλαβαίνω.
- Αχ! Κοριτσάκι μου χαζό. Αλήθεια νόμιζες ότι θα σε άφηνα εγώ ποτέ να πας αυτό το ταξίδι στη Βραζιλία;
- Αυτό ήταν πάντα το όνειρο της ζωής μου! Το ότι δεν πήγα μέχρι τώρα οφείλεται σε λόγους και ζητήματα που αφορούν μόνο εμένα. Αρκεί η δική μου επιλογή και θα το πραγματοποιήσω. (Απάντησε με απολογητικό ύφος η Ιβάνα)
- Τι κρίμα που ο χρόνος για επιλογές λιγοστεύει. Αλήθεια, για πες μου, προλαβαίνεις να πας στη Βραζιλία και να γυρίσεις μέσα σε δύο ώρες;
- Κι αν το κάνω;
Η γριά πέφτει από την κορνίζα στο πάτωμα και πλαντάζει από τα γέλια. Τα δυνατά χαχανιτά της ακούγονται σε ολο το δωμάτια παράλληλα με το τικ τακ του ρολογιου. Η Ιβάνα κοιιτάζει έξω από την μπαλκονόπορτα. Βλέπει τη Σελήνη. Μόλις την βλέπει η Σελήνη αμέσως ξεκαρδίζεται κι αυτή. Ακούγεται σε όλη την πλάση ο το αποτρόπαιό της γέλιο.
- Μα τι γίνεται εδώ; (Φωνάζει με απορία η Ιβάνα και κοιτάζει με απορία γύρω της)
Οι δυό κυρίες δεν της δίνουν καθόλου σημασία και συνεχίζουν το έργο τους. Το γέλιο τους γίνεται όλο και πιο διαπεραστικό. Δυναμώνει και καλύπτει τα πάντα. Φτάνει στο ζενίθ. Οργασμός χαράς. Η ηδονή τους είναι ακόρεστη.
- Σκάστε! (Φωνάζει η Ιβάνα με όλη της τη δύναμη)
Αμέσως το βούλωσαν και σιγή ιχθύος απλώθηκε παντού. Ο ήχος του ρολογιού κυριάρχησε και πάλι.
Η απόγνωση έχει κυριαρχίσει στη ψυχή της Ιβάνας. Διάφορες ιδέες περνάνε και φεύγουν από το μυαλό της. Μια αναλαμπή έρχεται στο προσκήνιο. Αρχίζει να ζωντανεύει μπροστά της η σκηνή με τον Ιππόλυτο στο τραπέζι λίγη ώρα πριν. Θυμάται τα λόγια του.
".....Μπορείς να εκμεταλλευτείς την περιορισμένη ευκαιρία που σου δίνει ο χρόνος για να αφήσεις το στίγμα σου.....".
Αυτή η φράση παίζει ξανά και ξανά στο μυαλό της.
"....Τα πέταξα!....".
Εμφανίζεται σαν διάολος η δική της κραυγή ματαίωσης και της φέρνει δυσφορία.
"....Θα προλάβεις να κάνεις αυτό που τόσα χρόνια ήθελες;"
Επανέρχεται πάλι αυτό το ερώτημα που της έκανε ο Ιππόλυτος. Ενά δυνατό χαχανιτό ακούγεται από τη μεριά που είναι η κορνίζα. Ο χρόνος επιταχύνει, και τα λόγια του Ιππόλυτου χτυπάνε σαν ξυράφι την καρδιά της Ιβάνας. Την εγκαλούν. Η γριά παρακολουθεί αυτό το ντελίριο και γελαει ειρωνικά, ποντάροντας στο ότι η Ιβάνα θα παραδωθεί στη ματαιότητα. Ελπίζοντας ότι θα χάσει μια για πάντα.
- Ε λοιπόν, θα πάω! (Φώνάξε η Ιβάνα και ο αντίλαλος από το 'θα παω" ακούστηκε παντού) Θα προσπαθήσω τουλάχιστον! Κι ότι είναι να γίνει, ας γίνει. Ποιός μας είπε ότι σε δύο ώρες θα τελειώσουν τα πάντα. Ε; Και ποιός είναι αυτός που μας βεβαιώνει ότι αυτό το έτος που σε λίγο θα τελειώσει θα είναι και το τελευταίο. Μα τι είναι όλα αυτά μωρέ! Στο διάβολο να πάνε! Εγώ θα κάνω αυτό που θέλει η καρδιά μου. Θα πάω!
Όλα σιώπασαν. Η γριά κατάπιε τη γλώσσα της. Η λάμψη της κορνίζας έσβησε. Η Σελήνη ντράπηκε κι αυτή, κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα. Ακόμα και οι δείκτες του ρολογιού σταμάτησαν. Η γενναία Ιβάνα έχει πάρει πια την απόφασή της. Κι όταν μια απόφαση ειναι δυνατή μπορεί να αδρανοποιήσει ακόμα και το χρόνο. Και ποιός ξέρει, ίσως τελικά η αμείλικτη δύναμή του να μην είναι σε θέση να καθορίσει τι θα συμβεί στις επόμενες δυό ώρες. Και σε ολόκληρη την αιωνιότητα.
Τέλος (;)
Comments
Post a Comment